Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Ιστορίες από την συμμετοχή του πατέρα μου στο έπος του 1940




Όταν ήμουν μικρός είχα ακούσει από τον πατέρα μου πολλές ιστορίες που έζησε στο μέτωπο του 1940, ή για να είμαι πιο ακριβής της κρυφάκουγα κάτω από το τραπέζι όταν τις συζητούσε ως κοινές τους εμπειρίες με συγγενικά μας πρόσωπα που κι αυτοί είχαν πολεμήσει. Από αυτές κάποιες αποτυπώθηκαν στην μνήμη μου πιο έντονα και τις θυμάμαι πάντα. Αυτές αποφάσισα να τις γράψω πρώτη φορά δημόσια εδώ. Είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στον αγώνα του, αλλά και πραγματοποίηση του δικού μας χρέους, του δικού μας αγώνα, αυτού που ο Μίλαν Κούντερα ονομάζει «Αγώνα της μνήμης ενάντια στην λήθη» που κρατάει έναν έθνος ζωντανό στο διάβα της ιστορίας του.

Δύο λόγια για την ζωή του μέχρι το 1940

Ο πατέρας μου το 1948
Ο πατέρας μου Νικόλαος Χατζηκρυστάλλης γεννήθηκε στην Κίο της Ιωνίας, μία αρχαιότατη Ελληνική πόλη στην Προποντίδα, επίνειο της Προύσας. Για την Κίο ο Αρχαίος φιλόσοφος Αριστοτέλης είχε γράψει το έργο του «Κιανών Πολιτεία» στο οποίο περιέγραφε το αξιόλογο δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης που είχε θεσπίσει η πόλη. Από την Κίο ήταν και ο ρεμπέτης Παπαιωάννου.



Το 1922 έρχεται στην Ελλάδα σε ηλικία περίπου 8 χρονών ως παιδί οικογένειας με 6 παιδιά και εγκαθίστανται στον Βόλο. Το 1933 καλείται και υπηρετεί στο Πολεμικό Ναυτικό ως ναύτης του θωρηκτού Αβέρωφ, κάτι για το οποίο πάντα ένιωθε υπερήφανος, και στη συνέχεια ως υπεύθυνος υδροφόρου σκάφους στον ναύσταθμο Σαλαμίνας.


Η 28η Οκτωβρίου του 1940 τον βρίσκει στον Βόλο να εργάζεται ως μανάβης και όντας 30 ετών. Επιστρατεύεται ως στρατιώτης πεζικού, του 2ου Συντάγματος Βολιωτών, της 1ης Μεραρχίας. Μεταφέρθηκε με τραίνο μέχρι την Καλαμπάκα και από εκεί με πορείες με τα πόδια και με ζώα προς το μέτωπο, όπου ήδη από τα ξημερώματα της 28ης αμύνονταν η 8η Μεραρχία της Ηπείρου του στρατηγού Κατσιμήτρου, και με το απόσπασμα του Συνταγματάρχη Δαβάκη να προσπαθεί να κρατήσει με τα δόντια τους Ιταλούς στο Καλπάκι μέχρι να φθάσουν οι επίστρατοι από τα μετόπισθεν. Οι ιστορίες του που θυμάμαι είναι εξής:

Με τον φίλο δίπλα και ανάμεσα ο θάνατος



Σε μία μάχη κατά των Ιταλών, ο πατέρας μου βρίσκεται καλυμμένος πίσω από πρόχειρο όρυγμα να πολεμά έχοντας δίπλα του φίλο και συμπολεμιστή του. Χωρίς να κοιτιούνται και με τα μάτια τους στα σκόπευτρα των όπλων τους, επικοινωνούσαν φωνάζοντας ο ένας στον άλλο για να ακουστούν μέσα στον χαλασμό των πυροβολισμών και των εκρήξεων της μάχης. Κάποια στιγμή φωνάζει κάτι στον φίλο του, του ξαναφωνάζει, απάντηση καμιά. Γυρίζει προς το μέρος του, και τον βλέπει ακίνητο με το κεφάλι πεσμένο πάνω στο όπλο του. Τον ανασηκώνει και τον βλέπει πλυμηρισμένο στο αίμα, ήταν νεκρός. Είχε δεχτεί σφαίρα στο κεφάλι ακριβώς στο κέντρο του μετώπου, σφαίρα η οποία είχε χτυπήσει κάθετα και είχε διατρήσει το κράνος του.
Πόσες σφαίρες της ίδιας Ιταλικής ριπής πέρασαν ξυστά και από το κεφάλι του πατέρα μου αφού ήταν ακριβώς δίπλα, κανείς δεν ξέρει. Δεν ήταν γραφτό του να σκοτωθεί δίπλα στον φίλο του.

Η θυσία του Ταγματάρχη

Σε μία μάχη, στη καρδιά του χειμώνα, όλο το τάγμα του πατέρα μου έτοιμο για γενική επίθεση κατά τον Ιταλών, που τους περίμεναν απέναντι καλά οχυρωμένοι. Στην μάχη αυτή προβλέπονταν απώλειες… και ενισχύθηκαν οι ομάδες τραυματιοφορέων, στις οποίες ζητείται να ενταχθεί και ο πατέρας μου. Ο διοικητής του τάγματος ένας έφεδρος ταγματάρχης 50-60 ετών από την περιοχή της Αμαλιάπολης του Αλμυρού. Η μάχη θα κατέληγε σε σύγκρουση σώμα με σώμα μέσα στις οχυρώσεις των Ιταλών, οπότε ο ταγματάρχης ζητά από τους άνδρες του «εφ’ όπλου λόγχη». Παντού υπήρχε παγωνιά, όλα άσπρα από το χιόνι. Το τάγμα έπρεπε να κινηθεί κατά των εχθρικών θέσεων με «πυρ και κίνηση» σε ανοικτό χιονισμένο χώρο, χωρίς τίποτε να καλυφθείς, και  αυτό έπρεπε να το κάνει τρέχοντας ώστε να υπάρξουν οι ελάχιστες δυνατές απώλειες.

Με το που δίνει ο ταγματάρχης το σύνθημα πετάχτηκε ο ίδιος πρώτος μπροστά, φωνάζοντας «Αέρα» και τρέχοντας κατά των εχθρικών θέσεων. Από πίσω του δεκάδες άνδρες του σε ένα ευρύ ανοιχτό χώρο φωνάζοντας όλοι «Αέρα» και τρέχοντας πάνω στα χιόνια. Ξαφνικά ο πατέρας μου βλέπει τον ταγματάρχη να πέφτει… Τρέχει προς αυτόν με τον δεύτερο τραυματιοφορέα και το φορείο και τον βλέπει βαριά πληγωμένο στο πόδι και το χιόνι να έχει γίνει κόκκινο γύρω του… Είχε ακόμα τις αισθήσεις του. Με το που βλέπει τον πατέρα μου, προφανώς με το κόκκινο σταυρό του τραυματιοφορέα, του φωνάζει δυνατά:

«Φύγετε, τρέξτε μπροστά να σώσετε τα νέα παιδιά, αφήστε με εμένα»

Ο πατέρας μου βλέποντας ότι κινδυνεύει η ζωή του από την αιμορραγία και από τα κρυοπαγήματα αν τον άφηνε, προσπάθησε να τον μεταπείσει  και να δεχτεί να τον βάλουν στο φορείο ώστε το ταχύτερο να μεταφερθεί σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Βλέποντας την «απείθεια» του πατέρα μου, ο ταγματάρχης του ξαναφωνάζει αγριεμένα:

«Παρατήστε με εμένα σας είπα, τρέξτε μπροστά να σώσετε τα παιδιά, είναι διαταγή!!!»

Ο πατέρας μου με βαριά καρδιά αναγκάστηκε να υπακούσει, και να τον εγκαταλείψει μόνο του μέσα στα χιόνια, να αιμορραγεί. Μπροστά το τάγμα προήλαυνε και ήδη μέσα στο αχανές λευκό του χιονιού έβλεπε πεσμένους στρατιώτες και έτρεξε να σώσει όσους περισσότερους μπορούσε. Και όμως μέσα σε εκείνη την παγωνιά και τον χαλασμό ο ταγματάρχης κατάφερε να κρατηθεί στη ζωή, και μετά το τέλος της αιματηρής μάχης μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο. Ο πατέρας μου ρώτησε γι αυτόν και έμαθε ότι οι γιατροί αναγκάστηκαν να του ακρωτηριάσουν το πόδι…. Πιθανόν λόγω γάγγραινας από την καθυστερημένη μεταφορά του σε νοσοκομείο, που ο ίδιος επέλεξε προκειμένου να σωθούν τα «τραυματισμένα παιδιά του».

Τον βαρύ τραυματισμό πάνω σε μάχη ταγματάρχη του 2ου Συντάγματος των Βολιωτών το βρήκα να αναφέρεται και σε ιστορικά κείμενα που ερεύνησα. Προφανώς ήταν αυτός του πατέρα μου.

Λύκοι στα χιόνια

Καθώς ο Ελληνικός στρατός προχωρούσε εκδιώκοντας τους Ιταλούς βαθειά μέσα στο Αλβανικό έδαφος, ο ανεφοδιασμός γινότανε όλο και δυσκολότερος. Την δυσκολία επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το χιόνι, το κρύο, και οι αδιάβατοι ορεινοί δρόμοι. Από κάποια εποχή και μετά είχαν ψοφήσει από τις αρρώστιες, το κρύο και την πείνα σχεδόν όλα τα άλογα του εφοδιασμού, που μετέφεραν τρόφιμα και εφόδια στο μέτωπο.

Κάπου μέσα στο καταχείμωνο η διμοιρία του πατέρα μου όντας στην πρώτη γραμμή, είχε να φάει πολλές ημέρες. Έπιναν μόνο νερό και είχαν αρχίσει να τους εγκαταλείπουν οι δυνάμεις τους. Σε κάποια προέλασή τους μέσα στα χιόνια, συναντούν έναν αλβανό βοσκό. Τα αρνιά του ήταν σωτήριο δώρο Θεού. Παίρνουν 2-3 αρνιά, τα σφάζουν επί τόπου, και ανάβουν αμέσως φωτιά να τα ψήσουν ανυπομονώντας να φάνε επιτέλους. Μόλις είχαν στήσει τις πρόχειρες σούβλες και είχε αρχίσει το ψήσιμο, ακούγονται Ιταλικά αεροπλάνα να έρχονται προς το μέρος τους. Ο λοχαγός διατάσει να σβηστούν αμέσως οι φωτιές του ψησίματος προκειμένου να μην τους εντοπίσουν τα αεροπλάνα από τον καπνό τους, και τους βομβαρδίσουν. Σβήνουν αμέσως τις φωτιές με χιόνια, καλύπτονται και τα Ιταλικά αεροπλάνα τους προσπερνούν χωρίς να τους αντιληφθούν. Ο λοχαγός αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο δεν επέτρεψε να ανάψουν ξανά φωτιές για το ψήσιμο των αρνιών. Έτσι αναγκάστηκαν να φάνε τα αρνιά σχεδόν ωμά σαν λύκοι… για να μην πεθάνουν από την πείνα…

Πως σώζεις τα πόδια σου από τα κρυοπαγήματα

Πρέπει να ήταν κατά τα τέλη του Ιανουαρίου του 1941 και οι αρβύλες του πατέρα μου, που φορούσε 3 μήνες μέρα νύχτα, είχαν σχεδόν διαλυθεί από το ατελείωτο περπάτημα μέσα σε λάσπες και σε χιόνα. Ο Οδυσσέας Ελύτης όντας και ο ίδιος στην πρώτη γραμμή γράφει σχετικά στο Αξιον Εστί:

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα ο ένας πίσω από τον άλλον, με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι μέσα από την λάσπη, όπου φορές βούλιαζε ίσα με το γόνατο.

Μεταφορά Ιταλών αιχμαλώτων
Ο πατέρας μου αναγκαζότανε να βρει παλιά πανιά και να τυλίγει τις διαλυμένες αρβύλες του για να μην μπει το χιόνι και του παγώσει τα πόδια. Κάποια στιγμή έβλεπε ότι δεν γινότανε πια τίποτε. Κινδύνευε άμεσα με κρυοπαγήματα, οπότε ο ακρωτηριασμός τότε ήταν δεδομένος. Και όμως όντας σε αυτή την άθλια κατάσταση πολεμούσαν και έπιαναν συνεχώς Ιταλούς αιχμαλώτους, που είχαν τα πάντα, με όλα τα εφόδια, καλό φαγητό και με άριστες μεγάλες μπότες που τους προστάτευαν πλήρως από τα χιόνια. Ο πατέρας μου μη έχοντας πια άλλη λύση για να γλυτώσει τα πόδια του, αρπάζει έναν Ιταλό αιχμάλωτο και τον πάει σε σημείο να μην τους βλέπουν άλλοι. Με νοήματα τον διατάσει να βγάλει αμέσως τις μπότες του αλλιώς θα τον πυροβολούσε με την δικαιολογία ότι πήγε να δραπετεύσει. (Είμαι βέβαιος ότι δεν θα το έκανε ποτέ). Ο Ιταλός άρχισε να κλαίει, δείχνοντας ότι θα κρυώνουν τα πόδια του. Ο πατέρας μου του έδωσε τις δικές του διαλυμένες αρβύλες και του έδωσε να καταλάβει ότι στο στρατόπεδο αιχμαλώτων όπου θα τον πάνε, στα μετόπισθεν θα είναι στην ζέστα του και εκεί δεν κινδυνεύουν τα πόδια του από τίποτε. Ο Ιταλός υπό την απειλή του όπλου αναγκάστηκε να τις βγάλει, ο πατέρας μου τις φόρεσε και ένοιωσε ...άρχοντας. Έτσι κατάφερε να γυρίσει κάποτε στο σπίτι με όσα πόδια έφυγε…

Η μάχη στα "Τρία Αυγά" - Πολεμώντας στην ΚΟΛΑΣΗ

Θυμάμαι ότι αυτό που ο πατέρας μου επαναλάμβανε πιο συχνά, σαν να του ήταν το πιο τρομακτικό που έζησε, ήταν αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «Η μάχη στα 3 αυγά». Και ενώ έδειχνε να είναι η πιο συγκλονιστική εμπειρία του, δεν ήθελε να λέει περισότερα γι αυτό, σαν να ήταν ένα επτασφράγιστο μυστικό.

Αναφορά στην κορυφογραμμή "Τρία αυγά"
όπως ακριβώς την έλεγε ο πατέρας μου΄
και η οποία δεσπόζει σε όλο το πεδίο των μαχών
της εαρινής επίθεσης των Ιταλών
Πολλά χρόνια αφότου έφυγε από την ζωή, και όντας πλέον σε εποχές διαδικτύου έκανα κάποια μικρή έρευνα και βρήκα ότι "Τρία αυγά" έλεγαν λόγω σχήματος τις 3 ψηλές βουνοκορφές στην περιοχή της Τρεμπεσίνας, στο στενό της Κλεισούρας, εκεί που έγινε η μεγάλη εαρινή επίθεση των Ιταλών 9-24 Μαρτίου 1941. Μελέτησα αρκετά ιστορικά κείμενα για την μάχη αυτή και έμεινα κατάπληκτος για το τι συνταρακτικά γεγονότα της ιστορίας μας δεν διδάσκονται στα παιδιά στα σχολεία. Τότε για πρώτη φορά συνειδητοποίησα τι είχε ζήσει ο πατέρας μου, τι είχαν δει τα μάτια του και δεν ήθελε να μιλάει γι αυτά. Εικόνες που χαράσσουν την ανθρώπινη ψυχή για πάντα.

Τα ιστορικά γεγονότα της εαρινής επίθεσης των Ιταλών είναι πολύ σημαντικά για να τα εντάξω σε αυτή την προσωπική ανάρτηση. Όμως αξίζει να ειπωθούν τουλάχιστον αυτά που είναι αναγκαία για να καταλάβει ο αναγνώστης τι σημαίνει να πολεμάς μέσα στην «Κόλαση του Δάντη».

4 Ιταλικές μεραρχίες + 2 εφεδρικές (6 μεραρχίες)
2 τάγματα μενανοχιτώνων
1 δύναμη τεθωρακισμένων
400 πυροβόλα
300 αεροπλάνα

να επιτίθενται παρουσία του ίδιου του Μουσολίνι για να διασπάσουν την Ελληνική άμυνα. Όλη αυτή την τρομερή Ιταλική δύναμη θα την αντιμετώπιζε μόνο η 1η Ελληνική μεραρχία που αποτελούνταν από 3 Συντάγματα πεζικού (το 2ο των Βολιωτών, το 4ο των Λαρισαίων και το 5ο των Τρικαλινών και Καρδιτσιωτών).

Κρανίου τόπος
Οτι απέμεινε από ένα δάσος
μετά τους Ιταλικούς βομβαρδισμούς
των Ελληνικών θέσεων
Σε ένα στενό μέτωπο μόλις μερικών χιλιομέτρων υπολογίζεται ότι πριν την επίθεσή τους οι Ιταλοί έριξαν 100.000 οβίδες πυροβολικού μετατρέποντας όλη την Ελληνική γραμμή άμυνας σε κόλαση. Αεροπλάνα να βομβαρδίζουν τις Ελληνικές θέσεις, χιλιάδες Ιταλοί να επιτίθενται κατά κύματα, επί πολλές ημέρες από το πρωί μέχρι το βράδυ ακόμα και μέσα στην νύχτα. Μάχες σώμα με σώμα ιδιαίτερα στο ύψωμα 731 του ηρωικού  Ταγματάρχη Δημ. Κασλά από το Πήλιο, διοικητή του 2/5 τάγματος από Τρικαλινούς και Καρδιτσιώτες που δέχτηκαν το μεγαλύτερο βάρος της επίθεσης. Το ύψωμα όντας δασωμένο μετατράπηκε λόγω των βομβαρδισμών σε κρανίου τόπο και "κόντυνε" κατά 5 μέτρα!!!

Κι όμως σε αυτές τις νέες Θερμοπύλες του Ελληνισμού οι Μήδοι δεν πέρασαν. Η πολυήμερη επίθεση των Ιταλών επίλεκτων συνετρίβη με τρομακτικές απώλειες από ταπεινούς αγρότες του Θεσσαλικού κάμπου. Το πεδίο της μάχης ήταν μια εικόνα Αποκάλυψης. Βουνά πτωμάτων… πολλά διαμελισμένα… συχνά νεκροί Έλληνες και Ιταλοί αγκαλιασμένοι έχοντας αλληλο-σκοτωθεί με τις ξιφολόγχες σε μάχες σώμα με σώμα.

Οι απώλειες των Ιταλών ήταν τρομακτικές 18.000 νεκροί και τραυματίες. Των Ελλήνων 5.500, από τους   οποίους 1.243 νεκροί. Από τις Ελληνικές απώλειες οι 500 ήταν από το τάγμα του Κασλά που προάσπιζε το ύψωμα 731. Από τους 1.000 αρχικά άνδρες του τάγματός του επέζησσν οι 500, πριν διαταχθεί η αντικατάστασή του από ένα εφεδρικό τάγμα Σερραίων.
Πέρα από αυτά τα ιστορικά στοιχεία αξίζει ενδεικτικά να αναφερθούν χαρακτηριστικά και τα εξής που δίνουν την πλήρη περιγραφή της κόλασης:

Το «Μολών Λαβέ» του Ταγματάρχη Κασλά
Ταγματάρχης
Δημ. Κασλάς
Πριν την επίθεση των Ιταλών ο Ταγματάρχης Κασλάς έστειλε προς τους διοικητές των λόχων του την παρακάτω διαταγή.

«Επί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρις εσχάτων. Ουδείς θα κινηθεί προς τα
οπίσω. Εμψυχώσατε τους άνδρας σας και τονώσατε το ηθικόν των. Τότε μόνον θα διέλθει ο εχθρός εκ της τοποθεσίας μας, όταν αποθάνωμεν άπαντες επί των θέσεών μας»

Ο Καθολικός ιερέας - "Teribele"
Στις 22 Μαρτίου οι Ιταλοί ζήτησαν ανακωχή 6-8 ωρών για να θάψουν τους νεκρούς τους. Για να επιτρέψει η Ελληνική πλευρά σε Ιταλό Καθολικό ιερέα να πλησιάσει τις Ελληνικές γραμμές για κάποια δέηση πριν την ταφή των Ιταλών, του έκλεισαν τα μάτια μέχρι να φτάσει εκεί. Όταν τα άνοιξε και είδε γύρω του, κραύγασε «Teribele» (τρομερό) και σωριάστηκε λιπόθυμος στην θέα της ...ανείπωτης ανθρωποσφαγής.

Ο Ιταλός ανθυπολοχαγός στον Φρέντη Γερμανό
Ενας Ιταλός έφεδρος ανθυπολοχαγός που πολέμησε στην Ιταλική εαρινή επίθεση, προσκεκλημένος στην εκπομπή του αξέχαστου Φρέντυ Γερμανού, «Αλάτι και Πιπέρι», εξομολογήθηκε στον οικοδεσπότη του:

«Όταν εφορμήσαμε την πρώτη φορά κατά του 731, πίστευα ότι δεν θα συναντούσαμε ούτε έναν Έλληνα ζωντανό πάνω στο ύψωμα. Τόσο σφοδροί ήταν οι βομβαρδισμοί που προηγήθηκαν. Όμως εκείνοι ήταν εκεί και μας περίμεναν…

…Συχνά οι Έλληνες μας περίμεναν όρθιοι μπροστά στα κατεστραμμένα χαρακώματά τους με τις λόγχες περασμένες στα όπλα τους. Συχνά γελούσαν δυνατά και φώναζαν. Είχαν υπερβεί τον άνθρωπο. Δεν ήταν άνθρωποι πλέον, ήταν θηρία.».

Η κόλαση με τα μάτια του λογοτέχνη και ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη.
Ο λογοτέχνης και ακαδημαϊκός Άγγελος Τερζάκης, πολεμιστής του 1940 και ο ίδιος, γράφει για την εαρινή επίθεση των Ιταλών κατά της 1ης Μεραρχίας:

«…τα πυρά του εχθρού ξέσκιζαν με αστραπές ασταμάτητες τη θολούρα, ανάσκαβαν τα πάντα, τίναζαν στον αέρα ολόκληρα δέντρα ξεριζωμένα, το χώμα ανάβραζε σαν καζάνι που κοχλάζει».

«…Θα περίμενε κανείς πως εκεί απάνω, στα υψώματα αυτά που τ’ ανασκάλεψε με νύχια πυρωμένα το πνεύμα της οργής, δεν θ’ ανάσαινε πια ψυχή ζωντανή. Κι όμως να! Μεσ’ από τα χώματα, τις πέτρες, τα κομματιασμένα συρματοπλέγματα, τους ξεκοιλιασμένους γαιόσακους, αναδεύτηκαν ανθρώπινα όντα, σα να βρυκολιάκιαζαν, ανασηκώθηκαν.

Έσφιξαν στο μάγουλο το όπλο, σημάδεψαν, έριξαν. Τα ιταλικά τάγματα που προχωρούσαν σε πυκνές μάζες, χτυπήθηκαν στο ψαχνό και ματώθηκαν, πολλοί γονάτισαν, κυλίστηκαν χάμω. Τα ελληνικά πολυβόλα είχαν αρχίσει τώρα το βαρύ τους κροτάλισμα, ένα γαύγισμα βραχνό. Το εχθρικό πεζικό αναγκάστηκε να σταματήσει, να ζητήσει εδώ κι εκεί καταλύματα πρόχειρα, πισωγύρισε…».

Η περιγραφή του Αγγελου Τερζάκης για τους Έλληνες στρατιώτες της 1ης Μεραρχίας κατά την εαρινή Ιταλική επίθεση είναι συγκλονιστική

«Εκείνοι που στέκονταν τώρα γαντζωμένοι εκεί απάνω, μέσα στη νύχτα, δεν έμοιαζαν με στρατό, δεν έμοιαζαν με πλάσματα ανθρώπινα. Ήτανε κάτι σκέλεθρα ντυμένα με κουρέλια, επιδέσμους, φαντάσματα μαυριδερά και αγριεμένα, όλο χώμα και ιδρώτα που παγώνει, μάτι γυαλιστερό από την πείνα, την αγωνία, την πάλη με το χάρο.

"Μέχρις εσχάτων"
Πίνακας του Αλέξανδρου Αλεηανδράκη
που δείχνει την απόφαση των Ελλήνων
να πολεμήσουν μέχρι τέλους.
Σάλευαν σα μεθυσμένα, τα αυτιά τους είχανε κουφαθεί από τον πάταγο των κανονιών, τα δάχτυλά τους μούδιασαν στη σκανδάλη του όπλου, που άναψε από τη χρήση. Ένιωθαν όμως εκεί κάτω, πίσω, στην Ελλάδα, κάποιες αγαπημένες ψυχές που στέκονταν και περίμεναν με το νου στην υπεράσπισή τους.

Και γύρω, σ’ απέραντο κύκλο, τον μεγάλο κόσμο να κοιτάζει με κρατημένη την ανάσα ποιο τίμημα καταβάλλει στο πάθος της η ελευθερία και πως θέλει τους μάρτυρές της για να υπάρξει η ανθρωπιά».


Όταν για πρώτη φορά και όντας σε μεγάλη ηλικία διάβασα όλα αυτά, κατάλαβα γιατί ο πατέρας μου ανέφερε μεν συχνά την μάχη στα «3 αυγά» όπως του είχε μείνει στην μνήμη, αλλά δεν ήθελε ποτέ να πει τίποτε περισότερο γι αυτήν. Πώς να περιγράψεις σε ένα παιδί πως είναι να πολεμάς με τον εχθρό και με τον Χάρο μέσα στη κόλαση του Δάντη;;

Επίλογος

Επιζώντες πολεμιστές του τάγματος Κασλά,
σε μια συγκινητική εκδήλωση
που οργάνωσε προς τιμή τους
το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Σκεφτόμενος και το σήμερα, το πώς λειτουργούμε, το πώς επιδεικνύουμε ακόμα και τα σκουπίδια μας αφού δεν έχουμε τι άλλο να δείξουμε, με ποια κριτήρια αξιολογούμε ανθρώπους, με καταπλήσσει και υποκλίνομαι στην ΤΑΠΕΙΝΟΤΗΤΑ αυτής της γενεάς Ελλήνων, της γενεάς που έδωσε τόσα πολλά και πήρε τόσα λίγα στη ζωή. Τους θαύμασε όλη η οικουμένη, έδωσαν κουράγιο και ελπίδα στην ανθρωπότητα ότι ο άξονας δεν είναι ανίκητος, ανάγκασαν έναν Χίτλερ να καθυστερήσει την επίθεση στη Ρωσία με τραγικά γι αυτόν αποτελέσματα. 

Και όμως, αυτοί δεν επαίρονταν, δεν ήθελαν να επιδεικνύονται, δεν ζητούσαν ανταλλάγματα υλικά και ηθικά. Δεν οργάνωσαν "συλλόγους" για να "διεκδικήσουν" και να "απαιτήσουν". Ήξεραν ότι δεν θα γραφτεί πουθενά το όνομά τους, γύρισαν και έζησαν άγνωστοι μέσα στο πλήθος. Ισως τελικά η μόνη τους ανταμοιβή ήταν η ηρεμία της ψυχής τους, ότι ως Έλληνες και ως άντρες έκαναν το καθήκον τους, μπορώντας να κοιτούν στα μάτια τους προγόνους τους, τους απογόνους τους και την Ιστορία. Ισως πολύτιμη ανταμοιβή τους να ήταν και η επίγνωση οτι οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους είναι υπερήφανοι γι αυτούς. Αυτός είναι ο τόσο ταπεινός αλλά και τόσο αξιοπρεπής Ελληνικός τρόπος να ζεις. Ας τον αναζητήσουμε και πάλι, τον χρειαζόμαστε περισότερο παρά ποτέ...

Σας ευχαριστώ που διαβάσετε αυτήν την σημαντική για μένα ανάρτησή μου, τον φόρο τιμής στον πατέρα μου.

ΤΧ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.